Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2017

Η Κούβα που άφησε πίσω του ο Φιντέλ

Ενα οδοιπορικό, ημέρα προς ημέρα, και εικόνα προς εικόνα, από την καθημερινότητα των Κουβανών όπως την κατέγραψε ο συνεργάτης του Protagon που επισκέφθηκε το νησί τις ημέρες της κηδείας του Κάστρο.
Δημήτρης Αλικάκος
Έφθασα στην Αβάνα το βράδυ της 1ης Δεκεμβρίου, ημέρα Πέμπτη. Στο αεροδρόμιο με περίμενε μια Chevrolet του ’50, ο Χόρχε ο οδηγός και ο Μανόλο ο “ξεναγός” μου. Ένας Κουβανός γύρω στα 55 με άψογα ελληνικά καθώς έμεινε στην Ελλάδα για πάνω από 10 χρόνια παντρεμένος με ελληνίδα. Στην Αβάνα νοικιάζει ένα δωμάτιο σε τουρίστες κι από κει εισπράττει ένα ποσό της τάξης των 400 ευρώ μηνιαίως. Βέβαια, δεν έμεινε εκεί καθώς αποφάσισε να ικανοποιήσει και άλλες ανάγκες του τουρίστα όπως τροφή, διασκέδαση, μετακίνηση κλπ, στέλνοντάς τον στους κατάλληλους ανθρώπους. Το κέρδος του; Προμήθεια. «Έτσι δουλεύει το σύστημα εδώ». Άρχισα τις απανωτές ερωτήσεις μέσα στο ταξί: «Πόσο κοστίζει το ταξί; Πόσο το φαγητό; Πόσοι κάνουν αυτό που κάνεις εσύ;». «Βιάζεσαι, όλα θα τα μάθεις σιγά σιγά… Ξέρω ότι είσαι δημοσιογράφος, πες μου όμως τον ακριβή λόγο της επίσκεψής σου εδώ. Κάτι μου είπε ο Παύλος για “κοινωνική ξενάγηση”. Τι είναι αυτό;»

Ο Παύλος, φίλος ναυτικός από την Αθήνα, με σύστησε στον Μανόλο. Ήθελα έναν “ξεναγό” (όλοι οι ξεναγοί στην Κούβα είναι κρατικοί υπάλληλοι) να με πάει εκεί που δεν πάνε τους τουρίστες και, κυρίως, έναν άνθρωπο να με φέρει σε επαφή με ντόπιους. Να μιλήσω μαζί τους, να ρωτήσω, να μάθω. «Αυτά θέλω Μανόλο, να σηκώσω την πέτρα να δω τι βρίσκεται από κάτω» του είπα μέσα στο ταξί καθ’ οδόν προς το ξενοδοχείο. Γύρισε πίσω και με κοίταξε σκεπτικός. «Άκου Δημήτρη, δεν είμαι σίγουρος τι ακριβώς θέλεις, αλλά εδώ είναι Κούβα και όχι Ελλάδα που σταματάς στον δρόμο ανθρώπους και τους ρωτάς αν τους αρέσει ο Τσίπρας. Εδώ αυτό δεν το ρωτάμε! Θέλω να είμαι ειλικρινής μαζί σου».


Ήταν η σειρά μου να μείνω σκεπτικός. Άρχισα μέσα μου να βρίζω τον Παύλο που μου σύστησε τον λάθος άνθρωπο. Ένιωθα οργή και απογοήτευση. Τόσες χιλιάδες μίλια ταξίδι τζάμπα; Αποκλείεται. Σε αυτές τις περιπτώσεις το “μάνιουλ” του ρεπορτάζ προτείνει μια λέξη: αποφόρτιση. «Εντάξει. ας τα αφήσουμε αυτά. Νιώθω ζαλισμένος από το ταξίδι. Κερνάω ποτό στο ξενοδοχείο. Φτάνουμε;». «Ωραία ιδέα. Σε δέκα λεπτά. Άλλωστε πρέπει να αργήσεις να κοιμηθείς για να προσαρμοστείς στη νέα ζώνη ώρας».

Σταματάμε σε ένα φανάρι. Ο Χόρχε μιλάει στον Μανόλο. Στο πεζοδρόμιο του αντίθετου ρεύματος, πάνω σε μια πιάτσα ταξί, τρεις αστυνομικοί βάζουν σε ένα περιπολικό δυο κοπέλες. Ανάβει το φανάρι, φεύγουμε. «Τι έγινε;» ρωτάω. «Τις συνέλαβαν, αλλά δεν ξέρουμε γιατί. Αν είναι κάποιος γνωστός ταξιτζής του Χόρχε στην πιάτσα θα μάθουμε αύριο». «Ναι, θέλω να μάθουμε!». Κούνησε το κεφάλι του χαμογελώντας.

Ήταν περίπου οκτώ το βράδυ όταν φτάσαμε στο ξενοδοχείο. Άφησα τα πράγματα και ανεβήκαμε στο roof garden του ξενοδοχείου. «Πιες ένα ρούμι να ζαλιστείς να πέσεις ξερός». «Ωραία θα πιω ένα Havana Club». «Άστο αυτό, είναι για τους τουρίστες, εσύ δεν είσαι είπαμε» (γέλια). Γύρισε στο γκαρσόνι και παρήγγειλε μόνος του. «Legendario Elixir oscuro». «Εσύ ξέρεις».

Σηκώθηκα από τη θέση μου και κοίταξα την πόλη από ψηλά. Ωραία εικόνα! αλλά η μηχανή ήταν στη βαλίτσα. Τράβηξα με το κινητό. Αυτή ήταν η πρώτη φωτογραφία. Έλεγε άραγε την αλήθεια;



Το πρώτο ποτήρι έφυγε μονορούφι. Πήραμε και δεύτερο… και τρίτο. Άνοιξαν τα στόματα και οι ψυχές. Μου μίλησε για τη ζωή του, το κομμάτι Ελλάδας που κουβαλάει μέσα του, το όνειρό του να μαζέψει λεφτά και να πάει Μεξικό. «Εκεί θέλω να γεράσω. Ούτε εδώ, ούτε στην Αμερική που θέλουν να πάνε όλοι». «Μα εδώ είναι η πατρίδα σου» αντέτεινα. «Ναι, αλλά εδώ τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα». Όπα! «Αντικαθεστωτικός» σκέφτηκα και φώναξα τη σκέψη μου ρωτώντας. Το προσπέρασε. «Άστα αυτά. Πες μου ειλικρινά τι ήρθες να κάνεις στην Κούβα;». «Θες να μάθεις τι θέλω να κάνω; Να, έτσι κοιτώντας την πλατεία από πάνω θέλω να γράψω σε ένα πλακάτ “Ζήτω η Δημοκρατία” στη γλώσσα τους και να στηθώ στη μέση της. Τι θα μου κάνουν; Δεν θα βρίσω κανέναν». «Αν δεν είσαι μεθυσμένος, είσαι τρελός. Άκου τι θα σου κάνουν: Σε ελάχιστα λεπτά θα έρθει η αστυνομία. Θα σου πουν “γιατί γράφεις ζήτω η δημοκρατία;”. Προφανώς θα τους πεις “γιατί πιστεύω σε αυτήν”. Σωστά; Σωστά. Κι αυτοί θα σου πουν “κι εμείς πιστεύουμε στην δημοκρατία” -República de Cuba η επίσημη ονομασία. Τότε τι θα τους πεις;». «Θα τους πω ότι χωρίς εκλογές πώς έχετε δημοκρατία;». «Αυτό θα τους πεις;» «Ναι, αυτό θα τους πω». «Ε τότε τζάμπα τα λεφτά στο ξενοδοχείο που έκλεισες. Η διαμονή στη φυλακή είναι δωρεάν. Θα σε “εξαφάνιζαν”».

-Πάω για ύπνο Μανόλο, ζαλίστηκα με το ρούμι.
-Είναι προφανές. Καλή ξεκούραση.

(Καλό παιδί και σοφός φαίνεται ο Μανόλο. Πρέπει να τον εμπιστευτώ. Αυτή ήταν η τελευταία σκέψη της μέρας)
1η ημέρα

Το ραντεβού με τον Μανόλο ήταν στις 9 το πρωί. Εγγλέζος. «Λοιπόν, λέω να περπατήσουμε στην πόλη -ξεκινώντας από την παλιά- να πάρεις τις πρώτες εικόνες, μια πρώτη γεύση της πρωτεύουσας». «Φύγαμε».

Η πρώτη εικόνα που βλέπω είναι αυτή η κυρία με το λευκό μαντήλι και την κόκκινη μπλούζα.




Ένα τετράφωνο πιο κάτω ήταν το “Floridita”, το διάσημο μπαρ (κρατικό) που σε μεγάλο βαθμό χρωστάει τη φήμη του στον Χέμινγουεϊ που απολάμβανε εκεί το ντάκιρι του. «Σήμερα δεν θα ανοίξει. Μέχρι την Κυριακή τέλος ποτά, μουσική και χορός. Έχουμε “εθνικό πένθος”».

-Πενθούν οι Κουβανοί;
-Οι περισσότεροι, ναι, πενθούν.
-Οι περισσότεροι;
-Ναι οι περισσότεροι πενθούν… που δεν μπορούν να πιουν, να χορέψουν και να βγάλουν χρήματα.
-…
-Προχώρα Δημήτρη. Κοίτα και φωτογράφιζε.
-Τι είναι αυτό εδώ που ψωνίζει η κυρία;



-Κρατικό “παντοπωλείο”. Παίρνει αυτά που δικαιούται με το δελτίο τροφίμων.
-Τι δικαιούται;
-Θα στα πω αργότερα. Δες εδώ τι έχει το παντοπωλείο.



-Ρύζι, καλαμποκάλευρο, αρακάς (αποξηραμένος), αλάτι, μαύρα φασόλια, ζάχαρη και τσιγάρα άφιλτρα–και πιο δίπλα καφές. Ό,τι δεν δικαιούται -ή επιπλέον ποσότητα- το αγοράζει.
-Αυτά τι είναι;

-Δυο ειδών σαπούνια και οδοντόπαστα σε προσφορά. Έξι πέσος με το φθηνό νόμισμα.
-Εξήγησέ μου αυτό με τα νομίσματα.
-Η Κούβα έχει δυο νομίσματα: Το ακριβό CUC (Cuban Convertible Peso) που απευθύνεται –κυρίως– στους τουρίστες και το φθηνό CUP (Cuban Peso) με το οποίο το κράτος πληρώνει τους Κουβανούς. Για να μην μπερδεύεσαι, το CUC έχει περίπου ίδια αξία με το ευρώ. Το φθηνό έχει το 1/24 της αξίας τού ακριβού. Τα πώς και τα γιατί βρες τα στο google.

Στο επόμενο στενό υπήρχε άλλο ένα “παντοπωλείο”. Αυτό φαινόταν πιο καθαρό και οργανωμένο. Κάποια στιγμή μπήκε μέσα ένας κρατικός ξεναγός με δυο τουρίστες στους οποίους μιλούσε. Ο Μανόλο έστησε αυτί.



-«Εδώ βλέπετε τα επιτεύγματα της Επανάστασης στον τομέα της σίτισης του πληθυσμού. Δίνουμε δωρεάν τρόφιμα στο λαό και έτσι κανείς δεν υποσιτίζεται». Αυτά λέει. Δεν είμαι σίγουρος ότι τα πιστεύει.
-Γιατί το λες αυτό;
-Θα καταλάβεις στη συνέχεια. Πάμε έξω προς το παρόν γιατί αυτό που κάνεις (φωτογραφίες) θα μπορούσε να ενοχλήσει κάποιον υπάλληλο, και αυτό δεν είναι καλό για σένα.
-Αυτός ο κύριος τι θα γεμίσει με το μπουκάλι του;



-Λάδι.
-Ελαιόλαδο;
-Σογιέλαιο. Πάμε έξω.

Βγαίνοντας από το παντοπωλείο είδα αυτό.


Και αυτό.


Σε αντίθεση με τις δυο παραπάνω φωτο αυτή δεν είναι αυθεντική. Ο κύριος ποζάρει και στη συνέχεια σε παίρνει από πίσω ζητώντας επιτακτικά χρήματα.


Μανόλο: «Κι όμως, λίγες μέρες ακόμα και θα συνειδητοποιήσεις ότι αυτή η εικόνα είναι αυθεντική της σημερινής Κούβας. Ακριβώς επειδή είναι ψεύτικη».

Στα σοκάκια της παλαιάς πόλης βλέπω ένα μεγάλο ανοιχτό παράθυρο, έξω τουρίστες, από μέσα ακούω παιδικές φωνές. Πλησιάζω. Σχολικό μάθημα παιδιών δημοτικού σε δημόσια θέα! Τραβάω φωτογραφία.



Αυτή η εικόνα με ενόχλησε περισσότερο από ό,τι είχα δει μέχρι εκείνη τη στιγμή. Προκειμένου να δείξει το καθεστώς ότι όλα τα κουβανόπουλα δικαιούνται δωρεάν παιδείας (είναι αλήθεια αυτό), έβγαλε μια τάξη στο δρόμο. Και περνάει ο κάθε περίεργος, σαν κι εμένα, και χαζεύει. Και η δασκάλα ασχολείται και μαζί του. Το ίδιο και τα παιδάκια. Το βίντεο “μιλάει” από μόνο του.



Σχολεία υπάρχουν, και είναι πολλά και σε καλή κατάσταση. Δεν είμαι σίγουρος όμως ότι αυτό αρκεί για να επαινέσει κάποιος το σύστημα παιδείας της χώρας. Ειδικά αν έχει στο μυαλό του το δικό μας: «Όποιος ελεύθερα συλλογάται, συλλογάται καλά». Δείτε το βίντεο που μου έδωσε μια μητέρα με την δέσμευση-όρκο των μαθητών δημοτικού ενώπιον στελεχών του Κόμματος.



Αφήνουμε την δημόσια “σχολική αίθουσα” και κατηφορίζουμε τον δρόμο. Σε μια πλατεία βλέπω αυτό.



-Τι έγινε βρε Μανόλο, ήρθε ο καπιταλισμός στην Κούβα;
-Υπερβάλεις. Είναι υπό κρατικό έλεγχο. Δεν είναι μόνο αυτή η φίρμα, είναι και άλλες.

Καθόμαστε να πιούμε έναν καφέ στην πλατεία. Ωραία πλατεία με κάμποσους τουρίστες. Περιμένουμε να παραγγείλουμε. Κανένα γκαρσόνι. Λάθος. Πολλοί υπάλληλοι αλλά κανένας δεν μας δίνει σημασία.

-Μα γιατί συμβαίνει αυτό;
-Στην Κούβα κανείς δεν τρέχει Δημήτρη. Το μαγαζί είναι κρατικό, όπως τα περισσότερα, και το προσωπικό δημόσιοι υπάλληλοι. Ποιος ο λόγος να τρέξουν; Κανένας δεν τους απειλεί, αλλά και κανένας δεν τους επιβραβεύει. Είτε κάθονται είτε δουλεύουν ο μισθός είναι ίδιος: 25 πέσος. Δηλαδή περίπου 25 ευρώ.
-Θες να πεις ότι όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι παίρνουν αυτό το ποσό;
-Ναι, με ελάχιστες εξαιρέσεις, όπως γιατροί, αστυνομικοί και κάποια άτομα με ειδικά προσόντα. Οι υψηλόμισθοι φτάνουν μέχρι τα 55-60 ευρώ το μήνα.

Τελικά ο Μανόλο σηκώνει το χέρι του και σε λίγο έρχεται μια κοπέλα. Οι καφέδες έρχονται σχετικά γρήγορα. Ο διπλός εσπρέσο 2 ευρώ. Δεν είναι άσχημος.

-Καλή τιμή, δεν είναι ακριβός.
-Για σένα. Σκέψου όμως ποιος Κουβανός μπορεί να καθίσει εδώ να πιει έναν καφέ ή μια μπύρα με 25 ευρώ μισθό. Μια μπύρα στο σούπερ μάρκετ –όχι εδώ- κάνει 1 ευρώ. Ένα λίτρο γάλα 2,40. Ένα μπουκαλάκι νερό 0,50.
-Και πώς τα βγάζουν πέρα;
-Έλα ντε. Οι περισσότεροι κάνουν και κάτι άλλο. Κυρίως στα αστικά κέντρα όπου υπάρχει τουρισμός. Όλα κινούνται γύρω από τον τουρισμό. Στην επαρχία όμως η κατάσταση είναι τραγική. Σήκω, έχουμε δρόμο!
-Κάτσε να μας φέρει την απόδειξη.
-Απόδειξη; Τι είναι αυτό; (γέλια) Πάμε.

Διασχίζουμε την παλιά πόλη από άλλο δρόμο περνώντας μέσα από αυτές τις εικόνες.








Ο τσαγκάρης στο δρόμο.


Το φαρμακείο.


Το κρεοπωλείο.


Τα φιλαράκια παίζουν.


Κάτι χάλασε. Εργασίες αποκατάστασης (τι μου θυμίζει…)


Υπαίθριο παζάρι βιβλίων. Η θεματολογία περιορισμένη.


Φτάσαμε στο Καπιτώλιο. Άλλος αέρας στην πλατεία.


Συνεχίζουμε περπατώντας από την άλλη πλευρά της πόλης. Κι άλλα έργα.


Κάποιοι άνθρωποι αντιδρούσαν στην φωτογραφία. Οι περισσότεροι όχι.






-Τι είναι αυτό βρε Μανόλο;
-Οι πλαστικές σακούλες είναι πολύτιμο πράγμα εδώ, δεν τις πετάμε. Τις πλένουμε και τις απλώνουμε να στεγνώσουν. Το άλλο δεν ξέρω τι είναι. Για τομάρι ζώου μοιάζει.



Το κτίριο αριστερά είναι εξαίρεση.


Κοντεύουμε στην παραλιακή. Ερημιά στο δρόμο. Μια γυναίκα περπατάει δίπλα μας. Στρίβουμε στο στενό, στρίβει κι εκείνη. Στρίβουμε στο επόμενο, στρίβει κι εκείνη. Μας ακολουθεί για περίπου 10 λεπτά, λίγα μέτρα πίσω.

-Τι παίζει εδώ Μανόλο;
-Αν δεν είναι σύμπτωση, είναι πόρνη.
-Πώς θα το μάθουμε;
-Κοίταξέ τη.

Στρίβω το κεφάλι μου πίσω και αμέσως μου χαμογελάει.

-Τη θέλω.
-Τι εννοείς;
-Θέλω να μιλήσω μαζί της.
-Τζάμπα αποκλείεται.
-Θα την πληρώσω.

Ο Μανόλο την πλησιάζει και της μιλάει. Στη συνέχεια έρχεται κοντά μου.

-Δέχθηκε;
-Πλάκα κάνεις; Κουβεντούλα επί πληρωμή και να μην δεχθεί; Εδώ λίγο πιο κάτω έχει μια κρατική. Ακολούθα.

Φτάνουμε, καθόμαστε, αρχίζω τις πρώτες ερωτήσεις γνωριμίας. Μπέτυ, 34 ετών, υπάλληλος σε νοσοκομείο, μητέρα δυο παιδιών στην εφηβεία, χωρισμένη.

-Τα παιδιά σου γνωρίζουν τη δεύτερη “δουλειά” σου;
-Όχι, και θα ένιωθα πολύ άσχημα αν το μάθαιναν.
-Πού είναι τώρα;
-Με την γιαγιά τους.
-Σου αρέσει ή το κάνεις από ανάγκη;
-Εννοείται από ανάγκη. Πώς θα ζήσουμε με 25 πέσος;
-Πόσα βγάζεις;
-Δεν πέφτω κάτω από 40 ευρώ την ημέρα.
-Βγαίνεις κάθε μέρα στο δρόμο;
-Όχι, επιδιώκω σταθερές σχέσεις με τους πελάτες.
-Δηλαδή;
-Θέλω να είμαι κοντά με τον πελάτη (σ.σ. τουρίστα) από την αρχή του ταξιδιού του μέχρι το τέλος. Με τον τελευταίο πελάτη μου ήμασταν 15 μέρες μαζί και μου έδωσε 600 ευρώ.
-Τι σε ενοχλεί πιο πολύ στη χώρα;
-Που δεν υπάρχουν φάρμακα για τα παιδιά.
-Ποια είναι η άποψή σου για τον Φιντέλ; Στεναχωρήθηκες που πέθανε;

Παρεμβαίνει ο Μανόλο.

-Αυτή δεν είναι καλή ερώτηση Δημήτρη, στο είπα από την αρχή.
-Σε παρακαλώ, θέλω να την κάνεις.

Με έναν ελαφρύ μορφασμό δυσαρέσκειας την έκανε. Η Μπέτυ απάντησε με λίγα λόγια.

-Τι σου είπε;
-Σε απλά ελληνικά «δεν μου καίγεται καρφί».

Συνεχίζω.

-Ποιο είναι το όνειρό σου;
-Να φύγω από την Κούβα.
-Πού να πας;
-Οπουδήποτε αλλού εκτός από δω.
-Και τα παιδιά;
-Θα τα πάρω μαζί μου.
-Μα είναι η πατρίδα σου.
-Αν μαζέψω λεφτά μπορεί να επιστρέψω.

Λέω στον Μανόλο να της πει ότι τελειώσαμε και πως θα ήθελα να μας πάει σε μερικά νοσοκομεία αύριο.

-Και αν με ρωτήσει για ποιο λόγο τι θα της πω;
-Πες της την αλήθεια.

Μίλησαν για κανα δυο λεπτά οι δυο τους. Δεν έδειξε να ταράζεται. Έβγαλα και της έδωσα διακριτικά 20 ευρώ. Άνοιξε το κινητό της και άρχισε να μου δείχνει φωτογραφίες με τα παιδιά της.

Μετά από λίγα λεπτά μού ζήτησε να πάρει από το μαγαζί τρία αναψυκτικά για τα παιδιά της. Τα πήρε. Μετά από λίγο να της δώσω δυο ευρώ να αγοράσει κάρτα ιντερνέτ για την αδελφή της. Της έδωσα.

Μανόλο (γελώντας): «Αν συνεχίσουμε έτσι θα περάσει και στα ξαδέλφια της. Πάμε να φύγουμε».

Δώσαμε ραντεβού την επόμενη μέρα το πρωί για «ξενάγηση» στα νοσοκομεία.

Καθ’ οδόν προς το ξενοδοχείο είδα αυτές τις δυο εικόνες και γαλήνεψε η ψυχή μου.





Σέρνοντας τα πόδια μου από την κούραση, με το κοντομάνικο να έχει κολλήσει πάνω μου (η ζέστη της Κούβας παλεύεται, η υγρασία όχι) και τα μάτια μου να τσούζουν από τα καυσαέρια των πιο ρυπογόνων αυτοκινήτων στον κόσμο (θα μιλήσουμε και γι’ αυτά)…



…τελείωσε το οδοιπορικό της πρώτης μέρας.

Έκανα ένα μπάνιο, ήπια δυο γουλιές ρούμι και άνοιξα την τηλεόραση να χαζέψω να με πάρει ο ύπνος. Όλα τα κανάλια! Από Ευρώπη, Κίνα και Αμερική (εννοείται μόνο στα ξενοδοχεία. Οι Κουβανοί δεν μπορούν να δουν κάτι άλλο πέρα από τα κρατικά –τέσσερα νομίζω). Έβαλα ένα κρατικό. Ήταν 8, έπεσα πάνω στις ειδήσεις.

Πρώτη είδηση για τον Φιντέλ. Απόλυτα λογικό. Δεύτερη είδηση για τον Φιντέλ. Εντάξει… λογικό. Τρίτη είδηση για τον Φιντέλ. Μη σας κουράζω. Εννιά ειδήσεις έπαιξαν, όλες για τον Φιντέλ. Λογικό; Μπορεί. Στη συνέχεια είχε μια εκπομπή-τοκ σόου (“mesa redonda” ο τίτλος της εκπομπής, δηλαδή «στρογγυλό τραπέζι») με έναν δημοσιογράφο και τρεις καλεσμένους. Ο δημοσιογράφος παρουσίασε τον πρώτο καλεσμένο και του έκανε μια ερώτηση. Ο καλεσμένος πήρε τον λόγο και επί 35 λεπτά δεν έβαλε γλώσσα μέσα του. Κανονικός μονόλογος, κανένας δεν τον διέκοψε. Μόλις τελείωσε, μπήκε σφήνα ένα μικρό βίντεο αφιέρωμα στον Φιντέλ. Στη συνέχεια πάλι στο στούντιο, μια ερώτηση, απάντηση 35 λεπτών και πάλι σποτάκι. Δεν ξέρω τι είδους διαστροφή ήταν αυτή να θέλω να το παρακολουθήσω όλο σαν να περίμενα κάποια έκπληξη… Ε, και στο τέλος μίλησε και ο τρίτος άλλα 35 λεπτά, σποτάκι και αποφώνηση. Αυτή την κατάλαβα:

Hasta la Victoria Siempre Comandante Fidel !!!
Καληνύχτα.

Δεν υπάρχουν σχόλια :