Ο Άγιος Τρύφων ο Μάρτυρας είναι ένας χριστιανός άγιος που έζησε κατά τον 3ο αιώνα και τιμάται τόσο από την Ρωμαιοκαθολική όσο και από την Ορθόδοξη Εκκλησία ως μεγαλομάρτυς και άγιος ανάργυρος Η μνήμη του εορτάζεται την 1η Φεβρουαρίου, ημερομηνία η οποία παραμένει κοινή τόσο στο Ορθόδοξο όσο και στο Ρωμαϊκό εορτολόγιο, ενώ σύμφωνα με το παλαιό ημερολόγιο, η εορτή του τοποθετείται στις 14 Φεβρουαρίου. Από τον 11ο έως τον 20ό αιώνα, στο λειτουργικό ημερολόγιο της Λατινικής Εκκλησίας, ο Άγιος Τρύφων εορταζόταν, σε συνδυασμό με τους Αγίους Ρεσπίκιο και Νύμφα, στις 10 Νοεμβρίου.
Κατά την ελληνική λαογραφία, ο Άγιος Τρύφων θεωρείται ο προστάτης των γεωργών και των αμπελουργών, ενώ φροντίζει για την προστασία των αγρών από τα τρωκτικά, τις κάμπιες και άλλα ζωύφια. Η πίστη αυτή αντανακλάται σε ποικίλες τοπικές παραδόσεις, σύμφωνα με τις οποίες οι αμπελουργοί αποφεύγουν το κλάδεμα των αμπελιών την ημέρα της εορτής του, διότι, όπως αναφέρουν σε πολλές περιοχές της Ελλάδας, κάποιος που έπιασε κλαδευτήρι ανήμερα της γιορτής του Αγίου Τρύφωνα, έκοψε τη μύτη του. Ειδικότερα στη Μακεδονία, ο Άγιος Τρύφων είναι γνωστός και ως Άι-Τρίφυλλας, λόγω της πίστης ότι ευλογεί τη βλάστηση του τριφυλλιού και ενισχύει την ανάπτυξή του.
Βίος
Ο Άγιος Τρύφων γεννήθηκε στη Λάμψακο της Φρυγίας (σημερινό Λαψέκι Τουρκίας) και έζησε κατά τη διάρκεια της βασιλείας των Ρωμαίων αυτοκρατόρων Γορδιανού Γ' (238-244), Φιλίππου του Άραβος (244-249) και Δεκίου (249-251). Το όνομα του προέρχεται εκ του αρχαιοελληνικού τρυφή, που θα πει «ευχαρίστηση» ή «χαρά». Καταγόταν από φτωχή οικογένεια και στην παιδική του ηλικία έβοσκε χήνες για να εξασφαλίσει τα προς το ζην. Παράλληλα, όμως, έδειξε σφοδρό ενδιαφέρον για τη μελέτη της Αγίας Γραφής και εκτελούσε με αφοσίωση τα θρησκευτικά του καθήκοντα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο Άγιος Τρύφων, με φιλομάθεια εμψυχωμένη από βαθιά ευσέβεια, προόδευσε σταθερά στην πνευματική παιδεία. Πολύ σύντομα, η ευλαβής του ψυχή κατέστη δεκτική της θείας Χάριτος και αξιώθηκε με το χάρισμα της θαυματουργίας.
Ο Άγιος, όμως, δεν περιοριζόταν στη θεραπεία σωματικών ασθενειών· δια της προσευχής και της πίστεώς του εξάγνιζε ψυχές καταληφθείσες υπό δαιμονικών δυνάμεων. Η φήμη των θαυματουργικών του ενεργειών έφθασε μέχρι τη Ρώμη, και ο αυτοκράτορας Γορδιανός, πληροφορηθείς τα καθέκαστα, τον εκάλεσε για να θεραπεύσει την βαρέως πάσχουσα θυγατέρα του. Μετά τη θαυματουργική θεραπεία, ο αυτοκράτωρ προσπάθησε να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του προσφέροντας στον Άγιο αξιώματα και πλούτη· ο Τρύφων, ωστόσο, απέρριψε ευγενώς τις τιμές αυτές, επιλέγοντας την ταπείνωση και την αφιέρωση στον Θεό.
Κατά τη βασιλεία του αυτοκράτορα Δεκίου, ο οποίος εξαπέλυσε σφοδρό διωγμό κατά των χριστιανών, ο Άγιος Τρύφων συνελήφθη το έτος 250 μ.Χ., λόγω της επιμονής του να μην προσφέρει λατρεία στους ειδωλολατρικούς θεούς. Η σύλληψή του πραγματοποιήθηκε από στρατιωτικό ονόματι Φρόντωνα (ή Φόρτωνα), και οδηγήθηκε ενώπιον των ρωμαϊκών αρχών της Ανατολής, συγκεκριμένα ενώπιον των επάρχων Τιβερίου Γράγχου και Κλαυδίου Ακυλίνου, στην πόλη της Νικαίας της Βιθυνίας. Παρουσιάσθηκε δε υπό του μάντεως Πομπηϊανού. Ο Άγιος, με απαράμιλλη παρρησία, ομολόγησε την πίστη του στον Χριστό, γεγονός που προκάλεσε την έναρξη σειράς φρικτών βασανιστηρίων: αρχικώς, το σώμα του κατατρυπήθηκε με σπαθιά· εν συνεχεία, δέθηκε από τα πόδια σε άλογα και σύρθηκε, υπό δριμύ ψύχος, σε τραχιές και λιθώδεις τοποθεσίες. Κατά τη διάρκεια των βασανιστηρίων, διατηρώντας αδιάσπαστο το πνεύμα της αγάπης και της προσευχής, ανέκραζε: «Κύριε, μὴ αὐτοῖς λογίσῃς τὴν ἁμαρτίαν ταύτην». Κατόπιν, ηρωτήθη εάν μεταμελήθηκε και επιθυμεί πλέον να θυσιάσει στους θεούς· ο Άγιος, εμμένων στην πίστη του, απάντησε προς τον έπαρχο Ακυλίνο με λόγο δριμύ και θεολογικώς θεμελιωμένο: «Ανόσιε και κακών αρχηγέ, είναι δυνατόν να είσαι σωφρονισμένος, όταν είσαι μεθυσμένος από τον διάβολο; Εγώ πάντοτε περνάω τον βίο μου με σωφροσύνη, γιατί έχω τον Χριστό βοηθό της ελπίδας μου». Μετά την απάντησή του, φυλακίσθηκε με σκοπό να του δοθεί χρόνος, ώστε —κατά τη γνώμη των αρχών— να συνέλθει και να αποκηρύξει την πίστη του. Ολίγες ημέρες αργότερα, οδηγήθηκε εκ νέου ενώπιον των αρχών· στην ερώτηση εάν τα βασανιστήρια και ο χρόνος άλλαξαν τη γνώμη του, ο Άγιος επανέλαβε με απαράμιλλη πνευματική γενναιότητα την ομολογία του στο Όνομα του Θεού. Ακολούθησαν νέα και σκληρότερα βασανιστήρια: εσύρθη γυμνός επάνω σε σιδερένια καρφιά, μαστιγώθηκε και κατόπιν του καυτηριάσθηκαν τα πλευρά με αναμμένες λαμπάδες. Τέλος, παραδίδοντας το πνεύμα του στον Κύριο με τη φράση: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, δέξαι τὸ πνεῦμά μου», αποκεφαλίσθηκε· έτσι ολοκλήρωσε τον ένδοξο και μαρτυρικό του βίο.
Οι χριστιανοί, με ευλάβεια και τιμή, παρέλαβαν το τίμιο λείψανό του, το άλειψαν με πολύτιμα μύρα και το τύλιξαν σε καθαρή σινδόνα· ακολούθως, το κατέθεσαν σε λάρνακα και, σύμφωνα με την επιθυμία του Αγίου, το μετέφεραν στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τη Λάμψακο, ενώ κατά τα βυζαντινά χρόνια μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου